- προδιασυνίστημι
- προ-δια-συν-ίστημι, vorher zusammenstellen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
προδιασυνίστημι — Α αναπτύσσω με σαφήνεια, αφηγούμαι κάτι προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + διασυνίστημι «αναπτύσσω κάποιο θέμα με σαφήνεια»] … Dictionary of Greek
ίστημι — ἵστημι (ΑΜ) 1. τοποθετώ όρθιο κάτι, στήνω («ἔγχος μέν ῥ ἔστησε φέρων πρὸς κίονα» Ομ. Ιλ.) 2. (για ανδριάντες, οικοδομές, τρόπαια) ιδρύω, εγείρω («ἔστησε τρόπαια») μσν. (το μέσ.) ἵσταμαι 1. είμαι όρθιος, στέκομαι 2. (για οικοδομήματα) υψώνομαι,… … Dictionary of Greek